NewsLetter

captcha 

Ξενοδοχεία
Προϊόντα
Συνταγές
Γίνεται
Ποιότητα Ζωής
Τα νέα μας

Ζυμαρικά & Σούπες

Τα ζυμαρικά είναι παγκόσμια γνωστά σαν τρόφιμα τα οποία φτιάχνονται από αλεύρι και νερό (και σε κάποιες περιπτώσεις και με αυγά), και μαγειρεύονται γενικά σε βραστό νερό. Χωρίζονται σε δύο βασικούς τύπους: απλά (ξηρά) και φρέσκα, σερβίρονται δε με σάλτσα, συνήθως κόκκινη (τομάτας), αν και η λευκή σάλτσα με κρέμα γάλακτος και αυγά είναι επίσης δημοφιλής.

Η ιστορία τους είναι μια λίγο μπερδεμένη και χάνεται στα βάθη των αιώνων. Αυτό που λίγοι ξέρουν είναι ότι τα ζυμαρικά έχουν Ελληνική καταγωγή. Oι αρχαίοι Κινέζοι γνώριζαν τα ζυμαρικά στην έκδοση που ξέρουμε ως noodles, ενώ φημολογείται ακόμη ότι ο Marko Polo τα έφερε στην Ιταλία μετά τα ταξίδια του στην Κίνα τον 13ο αιώνα. Είναι επίσης βέβαιο ότι η διάδοσή τους έγινε από την Ιταλία, και θεωρείται πλέον ένα “Ιταλικό” έδεσμα. 

Ωστόσο το πρώτο ζυμαρικό θεωρείται πως εμφανίστηκε στην Αρχαία Ελλάδα, όπου ήταν ένα τετράγωνο, πλατύ φύλλο ζύμης με την ονομασία λάσανον (τα μετέπειτα λαζάνια). Η λέξη λάσανο έχει επιζήσει έως σήμερα στο πλατύ ψωμί που ονομάζεται στην Ελλάδα λαγάνα. Το λάσανον δεν καταναλωνόταν βρασμένο αλλά ψηνόταν πάνω σε θερμαινόμενη επιφάνεια από πέτρα ή φούρνο, αργότερα δε ψημένα και με λάδι. Ακολούθως το λάσανο έγινε γνωστό στους Ρωμαίους και μέσω αυτών σε όλους τους λαούς της Μεσογείου - και έως τη Βρεττανία μετά τον 2ο αιώνα. Τον 1ο πΧ αιώνα ο Οράτιος ανέφερε τη lagana ως καθημερινό φαγητό, ενώ τον 2ο μΧ αιώνα, ο Αθηναίος ο Ναυκρατίτης, δημιουργός των Δειπνοσοφιστών, μας δίνει μια συνταγή για lagana (στρώματα ζύμης με τριμμένο λάχανο και μπαχαρικά), προερχόμενη από τον 1ο αιώνα, από τον συγγραφέα γαστρονομίας Χρύσιππο. Σε μια συνταγή του 5ου αιώνα, στη lagana προστίθεται και κιμάς, δημιουργώντας τα πρώτα lasagna. 

Ωστόσο ο τρόπος παρασκευής αυτών πιάτων δεν είχε μεγάλη σχέση με τον σύγχρονο τρόπο παρασκευής των ζυμαρικών – συνέχισε να είναι βασισμένα στο ψήσιμο.

Οι Άραβες γνώρισαν τα πρώιμα αυτά “lasagna” στα ταξίδια τους τον 5ο αιώνα, και σε αυτούς οφείλεται η πρώτη παρασκευή ξηρών ζυμαρικών, με τον τρόπο που τα ξέρουμε και με την προσθήκη καρυκευμάτων. Το 2ο αιώνα μΧ, ο Έλληνας γιατρός Γαληνός αναφέρει το itrion, προϊόν από αλεύρι και νερό, ενώ παρόμοιοι όροι για αντίστοιχα παρασκευάσματα υπάρχουν σε Εβραϊκά κείμενα του 5ου αιώνα. Όμως οι ίδιοι όροι (itriyya) αναφερόμενοι σε αποξηραμένα ζυμαρικά σε στενόμακρη μορφή, εισάγεται για πρώτη φορά γραπτά σε Αραβικό λεξικό του 9ου αιώνα.
Στην Ευρώπη τα σύγχρονα στενόμακρα, αποξηραμένα ζυμαρικά ήρθαν με την εισβολή των Λίβυων Αράβων στη Σικελία τον 7ο αιώνα και εξαπλώθηκαν γρήγορα στην Ιταλία, κυρίως λόγω της καταλληλότητας του Ιταλικού κλίματος για το σιτάρι (από το οποίο παράγεται το σιμιγδάλι το οποίο αποτελεί την α’ ύλη των ζυμαρικών). Λίγο αργότερα (11ος αιώνας), ο σχετικός όρος (itriyya) παρουσιάζεται σε γεωγραφικό λεξικό Νορμανδού Βασιλιά για βασικό εξαγωγικό προϊόν της Σικελίας, που προέρχεται από σιμιγδάλι - παραγόμενο σε τεράστιους μύλους.

Έως τον 14ο αιώνα περίπου τα ξηρά ζυμαρικά ήταν ήδη πολύ διαδομένα λόγω της θρεπτικής τους αξίας και του χρόνου διατήρησής τους που τα έκανε αργότερα ιδανικά και για τα μεγάλα ακτοπλοϊκά ταξίδια της εποχής. Την ίδια περίοδο, τα φρέσκα ζυμαρικά εισάγονται από το Βυζάντιο (όπου επίσης είχαν διεισδύσει νωρίτερα από τη Ρώμη) μέσω βασιλικών γάμων απογόνων Βυζαντινών και οίκων της Βόρειας Ιταλίας, όπου το υγρό κλίμα βοήθησε τη διάδοσή τους.

Παρ’ όλα τη μεγάλη διείσδυση στην Ιταλική ζωή (ιδιαίτερα του Νότου), η μεγάλη πρόοδος στην εξάπλωση των ζυμαρικών έγινε στον 19ο αιώνα, όταν έγιναν δύο σημαντικές εξελίξεις. Η πρώτη είναι η βιομηχανοποίηση στην παραγωγή των ζυμαρικών ξεκίνησε όταν παρασκευαστές από την περιοχή της Νάπολης άνοιξαν ένα πραγματικό εργοστάσιο. Έτσι, τα ξηρά ζυμαρικά που ήταν ένα σχετικά ακριβό προϊόν λόγω των υψηλών εργατικών, έγιναν χαμηλού κόστους και, άρα, προσβάσιμα από το λαό. Την ίδια περίοδο, τα ζυμαρικά “συνάντησαν” τη τομάτα και οι ποικιλία στις γεύσεις που δημιουργήθηκαν τα έκαναν πλήρη γεύματα.

Η μηχανοποίηση της παραγωγής επέφερε ανάπτυξη της αγοράς, ανταγωνισμό και εξαγωγές στην Αμερική όπου πολλοί Ιταλοί μετανάστες είχαν εγκατασταθεί. Η μεγάλη ανάπτυξη των ιταλικών τύπου ζυμαρικών στις αρχές του 20ου αιώνα και ήταν στενά συνδεδεμένη με τις εξαγωγές, με το μεγαλύτερο κομμάτι να κατευθύνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Θρεπτικά Συστατικά

Ως προς τη διατροφική τους αξία, τα ζυμαρικά είναι φτωχά σε σάκχαρα και πλούσια σε σύνθετους υδατάνθρακες, οι οποίοι διατηρούν σε μια σταθερότητα το σάκχαρο του αίματος (αφού χωνεύονται αργά) και άρα δεν επιτρέπουν έντονες αυξομειώσεις ενέργειας. Επίσης, οι υδατάνθρακες βοηθούν τον εγκέφαλο να συνθέσει ευκολότερα τη σεροτονίνη, την ορμόνη της διάθεσης, λειτουργώντας ως αντικαταθλιπτικό.
Είναι πλούσια σε σίδηρο, σελήνιο, ασβέστιο, φώσφορο, πρωτεΐνες και βιταμίνες της οικογένειας B (ιδιαίτερα φολεϊκό οξύ Β9), ενώ περιέχουν ελάχιστα λιπαρά και χοληστερόλη.
Τα ζυμαρικά είναι συχνά εμπλουτισμένα με υλικά πλούσια σε ω-3 οξέα, ενώ πιο υγιεινά θεωρούνται τα ζυμαρικά ολικής αλέσεως, που είναι πλούσια σε φυτικές ίνες και βοηθούν ιδιαίτερα το πεπτικό σύστημα και, σύμφωνα με τους ειδικούς, μπορούν να προσφέρουν έως και το 25% των ημερήσιων αναγκών σε ιχνοστοιχεία ανά μερίδα.

Χυλοπίτες
Οι χυλοπίτες είναι είδος παραδοσιακού ελληνικού ζυμαρικού, που παρασκευάζεται από αλεύρι (σιμιγδάλι) , αυγά, γάλα και αλάτι. Σε κάποια μέρη της Πελοποννήσου ονομάζονται και "τουτουμάκια". Η ζύμη ανοίγεται σε λεπτό φύλλο, και έπειτα κόβεται σε λωρίδες. Σε κάποιες περιοχές τεμαχίζονται σε μικρά τετράγωνα. Η διαδικασία αυτή στο παρελθόν γινόταν στο χέρι, ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται ειδικές μηχανές. Οι χυλοπίτες ακολούθως απλώνονται για ορισμένες μέρες σε καθαρά σεντόνια, μακριά από σκόνες και έντομα για να στεγνώσουν και να ξεραθούν τελείως.

Σούπες Ζυμαρικών - Τραχανάς
Οι σούπες ζυμαρικών είναι μέρος της παραδοσιακής Ελληνικής κουζίνας, πολύ θρεπτικές και με χαμηλά λιπαρά. Μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενός πλήρους γεύματος ως πρώτο πιάτο ή να ένα ελαφρύ γεύμα από μόνες τους. 

Η πιο γνωστή σούπα ζυμαρικών είναι ο τραχανάς: ζυμαρικό φτιαγμένο από σιμιγδάλι και γάλα (και αυγά) και έχει σχήμα κοκκώδες και ακανόνιστο. Οι κόκκοι έχουν διάμετρο περίπου 2-3 χιλιοστά. Υπάρχει σε διάφορες ποικιλίες: ξινός και γλυκός, χοντρός και ψιλός. Ορισμένες φορές μαγειρεύεται και με άλλα πρόσθετα, πιο συχνά με τομάτα.
Κατά την παρασκευή του τραχανά, το τελευταίο στάδιο είναι το στέγνωμά του. Για να γίνει αυτό ο τραχανάς απλώνεται ώστε να έχει τη μέγιστη δυνατή επιφάνεια. Η διαδικασία αυτή, το άπλωμα του τραχανά, έχει παραμείνει και ως λαϊκή έκφραση, που αναφέρεται σε κάποιον που αργοπορεί χαρακτηριστικά.
Στην Κύπρο ο τραχανάς φτιάχνεται από ψιλοσπασμένο σιτάρι (λέγεται και "κονάρι" κατά την Κυπριακή διάλεκτο) και ζυμώνεται σε κυλινδρική μορφή με, περίπου, λιγότερο από ένα εκατοστό διάμετρο και "απλώνεται" στον ήλιο για να ξεραθεί. Φτιάχνεται επίσης σε σούπα, συνήθως πιο πηχτή από άλλες σούπες. Δεν χρησιμοποιείται τομάτα αλλά αυγολέμονο και, συνήθως, περιέχει κάποιο είδος κρέατος.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Μέλι & Παστέλι Σάλτσες Τομάτας »
/
Ελληνικά (GR)English (UK)